Η Μουσικοθεραπεία αποτελεί μια από τις πιο σύγχρονες μορφές θεραπείας και ένα επιστημονικό πεδίο που εξελίσσεται διαρκώς, προσφέροντας τα τελευταία χρόνια εντυπωσιακά ευρήματα στην επιστημονική κοινότητα.

Η μουσική έχει τη δύναμη να μας συγκινεί, να προκαλεί βαθιά συναισθήματα και να «κινεί» την ψυχή μας. Όπως αναφέρει το Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη (2023):

... η λέξη «συγκίνηση» δηλώνει την ταυτόχρονη κίνηση ψυχής και σώματος.

Αυτό ακριβώς κάνει και η μουσική: «συν-κινεί» — και γι’ αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο θεραπείας, επειδή φτάνει κατευθείαν στον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας.

Στη μουσικοθεραπεία, η μουσική αξιοποιείται όχι σε θέση αντικειμένου, αλλά ως ενεργό υποκείμενο μέσα στη θεραπευτική διαδικασία. Βρίσκεται ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας τριαδικής και ισότιμης σχέσης. Μέσω αυτής μπορεί σταδιακά να επέλθει αναμόρφωση του ψυχισμού του ατόμου (Ψαλτοπούλου, 2015, σ. 12).

Πότε ξεκίνησε;

Η μουσική χρησιμοποιείται ως μέσο θεραπείας ή φροντίδας από την αρχαιότητα. Από την ιατρική ως και τις πνευματικές και θρησκευτικές τελετουργίες, η μουσική είχε ανέκαθεν κεντρικό ρόλο.

Η Μουσικοθεραπεία ως σύγχρονη επιστημονική πρακτική άρχισε να διαμορφώνεται τη δεκαετία του 1950, με τις πρώτες κλινικές μελέτες να εστιάζουν στη θεραπευτική χρήση της μουσικής σε βετεράνους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που έπασχαν από μετατραυματικό στρες.

Ξεκινώντας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Μουσικοθεραπεία αναπτύχθηκε και επεκτάθηκε σε πολλές χώρες, εμπλουτίζοντας συνεχώς τις θεωρητικές προσεγγίσεις και τις πρακτικές της. Στην Ελλάδα, τα πρώτα της βήματα έγιναν περίπου πριν από 30 χρόνια, κυρίως από επαγγελματίες που είχαν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό. Την τελευταία δεκαετία, λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη το ΠΜΣ «Μουσική και Κοινωνία – Κατεύθυνση Μουσικοθεραπεία» του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Ποιοι μπορούν να γίνουν μουσικοθεραπευτές;

Σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, για να γίνει κάποιος πιστοποιημένος μουσικοθεραπευτής απαιτείται να έχει ολοκληρώσει είτε ένα τετραετές προπτυχιακό πρόγραμμα μουσικοθεραπείας, είτε ένα διετές μεταπτυχιακό, το οποίο περιλαμβάνει υποχρεωτικά κλινική πρακτική με ατομική και ομαδική εποπτεία.

Πώς λειτουργεί η μουσικοθεραπεία;

Η Μουσικοθεραπεία χρησιμοποιεί ένα ευρύ φάσμα τεχνικών, πολλές από τις οποίες προέρχονται από το πεδίο της ψυχοθεραπείας. Οι συνεδρίες μπορεί να είναι ατομικές ή ομαδικές, ανάλογα με τις ανάγκες του θεραπευόμενου.

Στην ατομική μουσικοθεραπεία, οι θεραπευτικοί στόχοι είναι προσαρμοσμένοι στο κάθε άτομο και στοχεύουν στην ενίσχυση της σωματικής και ψυχικής του ανάπτυξης. Στην ομαδική μουσικοθεραπεία συχνά στόχοι είναι η ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, η επεξεργασία των σχέσεων μέσα στην ομάδα και η συναισθηματική ρύθμιση μέσω της δημιουργικότητας και της συμμετοχικότητας.

Μερικές από τις μουσικές εμπειρίες που χρησιμοποιούνται σε μια συνεδρία είναι:

  • μουσικός αυτοσχεδιασμός
  • εκτέλεση μουσικών οργάνων
  • σύνθεση μουσικής ή τραγουδιών
  • ενεργητική ακρόαση
  • επεξεργασία και «μοίρασμα» της μουσικής εμπειρίας

Η συμμετοχή δεν απαιτεί μουσικές γνώσεις. Η μουσική γεννιέται φυσικά, μέσω της φωνής, του σώματος και της αυθόρμητης χρήσης οργάνων.

Υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες μουσικοθεραπείας, η “διαδραστική” κατά την οποία θεραπευτής και θεραπευόμενος συμμετέχουν ενεργά στη δημιουργία μουσικής και η “δεκτική” όπου ο θεραπευόμενος ακούει ζωντανή ή ηχογραφημένη μουσική που έχει επιλεγεί από τον θεραπευτή.

Σε πολλές περιπτώσεις, εφαρμόζουμε έναν συνδυασμό των δύο. Όπως τονίζει και ο Kenneth Bruscia (1991), «η μουσικοθεραπεία είναι μια διαπροσωπική διαδικασία όπου οι θεραπευτές χρησιμοποιούν τη μουσική —σωματικά, συναισθηματικά, κοινωνικά και πνευματικά— για να βοηθήσουν το άτομο να βελτιώσει ή να διατηρήσει την υγεία του».
Επιπλέον, αξιοποιούνται οι ιδιαίτερες ποιότητες της μουσικής και η μοναδική σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον θεραπευτή, τον θεραπευόμενο και τη μουσική. Αυτή η θεραπευτική τριάδα επιτρέπει την πρόσβαση σε συναισθήματα, μνήμες και βαθύτερες συμπεριφορές, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην επίτευξη των θεραπευτικών στόχων (Wheeler, 2015).